Wörterbuch altgriechisch-deutsch . 2010.
συνδίωξις — joint pursuit fem nom sg … Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)
συνδίωξις — ώξεως, ἡ, Α [συνδιώκω] η από κοινού καταδίωξη … Dictionary of Greek